Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Η δράση των κομμουνιστών που οδήγησε στο συμμοριτοπόλεμο Ι


Ο δρόμος προς την εξουσία, που είχε χαράξει το ΚΚΕ και το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, προϋπόθετε τη μονοπώληση της «Εθνικής Αντίστασης» και την εξουδετέρωση οποιωνδήποτε άλλων αντάρτικων ομάδων, που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την τιμή αυτή ή να αποτελέσουν εμπόδιο στον δρόμο αυτό. Ο βασικός αντίπαλος στο πεδίο αυτό, ήταν ο ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα. Το φθινόπωρο του 1943, ο ΕΛΑΣ, προσπάθησε να προσεταιριστεί για τον σκοπό αυτό, τον συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό που διοικούσε το Σύνταγμα Ευζώνων 5/42

Συνταγματάρχης Δημήτρης Ψαρρός
1893-1944
Αντιστασιακή οργάνωση Ε.Κ.Κ.Α

Είχαν προηγηθεί ήδη άκαρπες διαπραγματεύσεις για δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας μεταξύ ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και 5/42. Ο Ψαρρός αρνήθηκε να γίνει μέρος μιας εμφύλιας διαμάχης, τηρώντας μια ουδέτερη στάση. Αυτός ήταν αρκετός λόγος για να κατηγορηθεί ο Ψαρρός από τον ΕΛΑΣ ως «προδότης του έθνους» και στις 17 Απριλίου του 1944, αφού είχαν προηγηθεί προσπάθειες διάλυσης του 5/42, με εντολή του Σιάντου «να ξεκαθαριστεί η κατάσταση με το 5/42 Σ.Ε. δυναμικά και κεραυνοβόλα χωρίς χρονοτριβές», ο καπετάν Νικηφόρος επιτίθεται αιφνιδιαστικά με ισχυρές δυνάμεις. Το 5/42 διαλύθηκε και ο Ψαρρός στάλθηκε αιχμάλωτος στον Βελουχιώτη. Δολοφονήθηκε όμως καθ' οδόν απ' τον Ελασίτη ταγματάρχη Θύμιο Ζούλα, «όπως ήμασταν σύμφωνοι με τον Άρη», όπως ισχυρίστηκε, αν και αργότερα άλλαξε ρότα και υποστήριξε ότι εκτέλεσε «άνωθεν εντολή», για να ενοχοποιήσει τον Βελουχιώτη.

Πηγάδα Μελιγαλά

Τα «προεόρτια» συνεχίστηκαν με την σφαγή του Μελιγαλά στην Μεσσηνία, τον Σεπτέμβριο του 1944, όταν οι Ελασίτες με ηγέτες τον Άρη Βελουχιώτη και τον Νίκο Μπελογιάννη, με το αιτιολογικό ότι ήθελαν να χτυπήσουν τους ταγματασφαλίτες, εξολόθρευσαν με φρικιαστικό τρόπο, 1.500 άτομα, γυναίκες και άντρες, γέρους και παιδιά, σφάζοντας τους και στην συνέχεια πετώντας τους σε μια μεγάλη δεξαμενή, γνωστή ως «πηγάδα του Μελιγαλά». Απ' αυτά τα 1.500 άτομα όμως, όπως αναφέρει κι ο Ευάγγελος Αβέρωφ στο βιβλίο του «Φωτιά και τσεκούρι», μόνο οι 50 ήταν όντως ταγματασφαλίτες, ενώ παρόμοια είναι και η εκτίμηση του μετέπειτα λοχαγού του ΔΣΕ, Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου (Μπελάς), οποίος επικαλούμενος τον γραμματέα του ΕΑΜ Μελιγαλά και τον κατάλογο που είχε καταρτίσει η επιτροπή του Μελιγαλά, κάνει λόγο για 60 ταγματασφαλίτες. Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα θύματα δεν σφαγιάστηκαν για κάτι που έκαναν, αλλά για κάτι που δεν ήθελαν να κάνουν κι αυτό το μαρτυρά η απότομη αύξηση του πληθυσμού του Μελιγαλά, που από τις 3.000, εκείνες τις ημέρες αυξήθηκε στις 10.000, από τους κατοίκους των γύρω περιοχών που θεώρησαν ασφαλή την περιοχή όπου βρισκόταν Τ.Α. και προσέφυγαν εκεί για να προστατευτούν από την επέλαση των Ελασιτών, οι οποίοι δεν ήταν και τόσο «φιλικοί» με τους μη κομμουνιστές και όσους δεν τους υποστήριζαν.

Πηγάδα Μελιγαλά

Οι προθέσεις και τα σχέδια του ΚΚΕ διαφαίνονται από νωρίς. Γράφει ο Γιάννης Ιωαννίδης, αναφερόμενος σε συζήτησή του με τον Θόδωρο Μακρίδη (διοικητής του 3ου γραφείου του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ): «Από τα μέσα του 1943 εγώ είπα στον Θόδωρο τον Μακρίδη να κάνει ένα σχέδιο κατάληψης των Αθηνών με βάση τις δυνάμεις που υπάρχουν και που μπορούμε εμείς να έχουμε και τις δυνάμεις που έχουν αυτοί και μπορούνε να φέρουνε. Το σχέδιο αυτό έγινε. Το σχέδιο αυτό το κράτησα εγώ όλον τον καιρό» (Αναμνήσεις - Προβλήματα της πολιτικής του ΚΚΕ στην Εθνική Αντίσταση 1940-1945, σελ. 267). Και για να μην υπάρχει καμία παρανόηση, εναντίον ποιων θα πολεμούσαν για την κατάληψη της Αθήνας, ο Μακρίδης είναι αρκετά διαφωτιστικός ως προς αυτό: «Ο γράφων, όταν κατά τον Σεπτέμβριον 1943 (μετά τήν κατάρρευσιν τής Ιταλίας) έλαβεν διά του σ. Ζεύγου εντολήν να αποτελέση μέλος της Επιτροπής μελέτης συντάξεως έγγραφου σχεδίου ενεργείας διά την κατάληψιν του λεκανοπεδίου της Αττικής (Αθηνών-Πειραιώς-περιχώρων), συγχρόνως ή αμέσως μετά την αποχώρησιν (προβλεπομένην ως λίαν προσεχή) τών στρατευμάτων κατοχής…» (Γρηγόρης Φαράκος, «Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία», τόμος Β', σελ. 105-123). Την τελική σφραγίδα, θα βάλει η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ, η οποία κατόπιν συνεδριάσεως (2-3 Αυγούστου 1944), βγάζει απόφαση με τον τίτλο «ΟΛΟΙ ΕΠΙ ΠΟΔΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ». Λεπτομέρειες της απόφασης δίνει ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου, στέλεχος του ΚΚΕ, γραμματέας της Πανμακεδονικής Επιτροπής του ΕΑΜ και αργότερα αξιωματικός του ΔΣΕ στο Καϊμακτσαλάν: «Ιδιαίτερη σημασία είχε η απόφαση για την ενίσχυση της Αθήνας. 

Η ηγεσία του ΚΚΕ θεωρούσε ότι η κύρια μάχη θα δοθεί στην Αθήνα και ότι η κατάληψή της από τον ΕΛΑΣ στην κατάλληλη στιγμή μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο στις εξελίξεις υπέρ του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού αποφάσισε να ενισχύσει τον ΕΛΑΣ Αθηνών-Πειραιώς με οπλισμό στον ανώτερο δυνατό βαθμό και να προσανατολίσει ισχυρές δυνάμεις του μόνιμου ΕΛΑΣ προς την Αθήνα, ικανές να επέμβουν αποτελεσματικά την κατάλληλη στιγμή» («Το ΚΚΕ στον πόλεμο και την αντίσταση 1940-1945», σελ. 106). Ο Γιάννης Ιωαννίδης, στο προαναφερθέν βιβλίο του (σελ. 258), ξεδιπλώνει και μια άγνωστη πτυχή της σκοτεινής ιστορίας του ΚΚΕ, όσον αφορά τον εξοπλισμό του: Ομολογεί ευθέως ότι προμηθεύονταν όπλα από τους...Γερμανούς(!), όχι όμως ως λάφυρα, αλλά ως προϊόντα «νόμιμης» αγοράς(!): «Ο Φάνης (σ.σ.: Ψευδώνυμο του «κόκκινου» συνταγματάρχη Βασίλη Μπαρτζώτα, στελέχους του ΚΚΕ) τα ξέρει αυτά. Πήρε όπλα που τα στείλαμε απ’ έξω. Επίσης του έστειλα και λεφτά. 100 ή 200 λίρες γι’ αυτόν τον σκοπό. Να αγοράζουν όπλα απ’ τους Γερμανούς που άρχιζαν να το στρίβουν. Αυτά είναι γεγονότα που μπορούν να επιβεβαιωθούν και από ανθρώπους που ζούνε». Κι ο Αλέκος Παπαπαναγιώτου, σπεύδει να επιβεβαιώσει: «Είναι γνωστά αυτά. Τα έχουμε αυτά τα στοιχεία».

Ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ομολογεί ότι το 1944, το ΚΚΕ κάλεσε τα σοβιετικά στρατεύματα, που είχαν φτάσει στη Βουλγαρία μέχρι τα ελληνικά σύνορα, να εισβάλλουν στην Ελλάδα («Αυγή», 15 Απριλίου 1978):

Όταν τα σοβιετικά στρατεύματα μπήκανε στη Βουλγαρία και προωθήθηκαν ως τα ελληνικά σύνορα, υπεύθυνη αντιπροσωπεία της Κομματικής Οργάνωσης της περιοχής Μακεδονίας-Θράκης του ΚΚΕ πήγε στη Σόφια και ζήτησε από τον στρατάρχη Τολμπούχιν να μπούνε τα σοβιετικά στρατεύματα και στην Ελλάδα. Δεν μπήκαν...

Ο Γιάννης Ιωαννίδης επιβεβαιώνει:

Αυτός (ο Ανδρέας Τζήμας) με δική του πρωτοβουλία ήρθε σε επαφή με τους Ρώσους και έβαλε το ζήτημα της βοήθειάς μας με υλικό. Ήρθε και ο λόχος (σοβιετικού στρατού από την Βουλγαρία το 1944). Είναι γνωστό ότι ήρθε, δεν είναι παραμύθια. Μπήκε στην Ελλάδα και τον τράβηξαν αμέσως. Γιατί είχανε τέτοιες εντολές. Έπειτα και η μαρτυρία του αυτού... Αλλά τώρα πέθανε ο Ερυθριάδης, πρέπει όμως να έχει γράψει κάτι γι' αυτό. Είναι η μαρτυρία του Ερυθριάδη που πήγε και είδε τον Τολμπούχιν... Ο Τολμπούχιν του είπε: «Δεν μπορούμε τώρα να αποσπάσουμε τμήματα για την Ελλάδα».

Τα πρώτα σπέρματα διχόνοιας, είχαν φροντίσει να σπείρουν οι Ελασίτες, ανάμεσα σε φτωχούς, αφελείς και ανυποψίαστους χωρικούς, στιγματίζοντας ως «προδότες» όσους δεν ήταν με τον ΕΛΑΣ. Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, περιγράφει ο Νίκος Γκατζογιάννης («Ελένη»), στο χωριό του, Λια της Ηπείρου:

Μιαν αφέγγαρη νύχτα στις αρχές Μαρτίου, ενώ το χωριό κοιμόταν, είκοσι άντρες τριγύριζαν μέσα στα σκοτεινά σπίτια τους, φορούσανε κομμάτια από παράταιρες στολές και γέμιζαν παλιά τουφέκια και γκράδες. Σαν τα φαντάσματα γλίστρησαν στη ρεματιά κατά το παλιό πλατάνι. Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι σκαρφάλωσαν αθόρυβα την αντικρινή πλαγιά και βγήκανε λίγο παρέκει από την πλατεία του χωριού στο σταθμό χωροφυλακής, ένα σπίτι με δύο δωμάτια. Καθώς οι άντρες του περικύκλωναν το κτίριο, ο Προκόπης έκραξε. Μέσα τρεμόφεγγαν οι λάμπες και σε μερικές στιγμές οι τέσσερις χωροφύλακες βγήκαν έξω, ο ένας με τα χέρια ψηλά, ένας άλλος κουμπώνοντας ακόμη το παντελόνι του. Ο νωματάρχης φορούσε στολή και το πρόσωπό του ήταν ασυγκίνητο. Ενώ οι τρεις χωροφύλακες τουρτούριζαν στο κρύο, ο Προκόπης τράβηξε το νωματάρχη παράμερα. Ύστερα από κάμποση συζήτηση, φάνηκε πως οι δυο τους καταλήξανε σε συμφωνία. Ο νωματάρχης μπήκε αργά στο σταθμό, ύστερα εμφανίστηκε κρατώντας τέσσερα τουφέκια που τα παρέδωσε στον Προκόπη.

Το άλλο πρωί εκεί που η Όλγα άρμεγε τη γίδα, η Κάντα έριχνε ψίχουλα στα κοτόπουλα κι η Ελένη ανακάτωνε σε μια κατσαρόλα χυλό καλαμποκιού για το πρωινό, αντήχησαν να σημαίνουν δυνατά οι καμπάνες της Αγιά Τριάδας. Όλοι κοκάλωσαν κι αφουγκράζονταν, αναρωτιόνταν μήπως είχαν φτάσει εντέλει οι Γερμανοί. Ο άνεμος τους έφερε μια φωνή: «Λαέ του Λια! Όλοι στ' Αλώνια αμέσως!».

Τ' Αλώνια, ήταν εκείνο που οι Λιώτες ονόμαζαν πλατεία του χωριού, και κάποτε χρησίμευαν γι' αυτό που σημαίνει τ' όνομά τους, αλλά επειδή ήταν το μοναδικό ίσιωμα μέσα στο Λια, σκιασμένο στη μια πλευρά από 'να γιγάντιο πλατάνι, είχε γίνει το κέντρο της ζωής του χωριού, εκεί στηνόταν ο χορός, γινόταν κάθε σπουδαία σύναξη, κυκλοφορούσε το κουτσομπολιό.

Η Ελένη μάζεψε τα παιδιά μέσα στο σπίτι και είπε στην Όλγα να μην ανοίξει σε κανένα την αυλόθυρα. Μ' ένα μποξά πάνω από το κεφάλι και τους ώμους της, έσμιξε με το τρομαγμένο πλήθος που έσπευδε κατά την πλατεία.

Εκείνο που είδαν η Ελένη και οι άλλοι χωριανοί όπως συγκεντρώνονταν στο αλώνι μπροστά στην Αγία Τριάδα, δεν ήταν Γερμανοί ή Ιταλοί μήτε Τσάμηδες αλλά, προς μεγάλη τους ανακούφιση, μιαν αράδα από είκοσι γνώριμα πρόσωπα — ντόπια παλικάρια της ομάδας του Σκεύη, όλα στολισμένα με μια σαλάτα από στρατιωτικές στολές. Ο Προκόπης Σκεύης και ο Νικόλας Κούκος φορούσανε τις ξεθωριασμένες χακί στολές που είχαν στο Αλβανικό, αλλά ο Βαγγέλης Πούλος φορούσε ένα φαρδύ πράσινο χιτώνιο αγγαρείας που ολοφάνερα προερχόταν από σκοτωμένο Ιταλό, και ο Μήτση Μπόλης είχε ένα μαύρο ιταλικό μπερέ στραβοβαλμένο μόρτικα. Η Ελένη πρόσεξε πως μοναχά ο ξάδερφός της ο Κώστας Χαϊδής δεν είχε στολή. Οι μισοί άντρες κρατούσαν όπλα, μερικοί κάτι σακαράκες, αλλά ολωνών τα μάτια έπεφταν στη σημαία που κρατούσε με καμάρι ο Βαγγέλης Πούλος. Ήτανε η γνώριμη γαλανόλευκη, αλλά κάποιος είχε ράψει στη μέση της τα μυστηριώδη γράμματα ΕΛΑΣ.


Πολλοί Λιώτες, ανακουφισμένοι που είδαν πως δεν είχε φτάσει ο εχθρός, χαμογελούσαν με το θέαμα της βλοσυρής ομάδας, κανένας όμως δεν περιγέλασε φανερά, γιατί όλο το χωριό ήξερε τι είχαν κάνει στο συνεργάτη του εχθρού τον Κοντώρη. Άλλωστε, ανάμεσα στη ρακένδυτη ομάδα των ρέμπελων στέκονταν και οι τέσσερις χωροφύλακες του χωριού. Μόλις ο Προκόπης βεβαιώθηκε πως οι πιο πολλοί χωριανοί ήτανε παρόντες, ανέβηκε σε μια καρέκλα και επισκόπησε τ' ανεμόδαρτα πρόσωπα αντίκρυ τους. «Λαέ του Λια!» έκραξε. «Σήμερα τα παλικάρια του χωριού μας σήκωσαν τα όπλα ενάντια στους καταχτητές. Δε θα καταθέσουμε τα όπλα μας πριν τους διώξουμε από τη χώρα μας και λευτερωθούμε!».

Στην αρχή το πλήθος τον θωρούσε με δυσπιστία. Η σάρα και η μάρα που 'βλεπαν μπροστά τους δεν έπειθε πως θα 'ταν ικανή να τα βάλει με τους Γερμανούς. Ωστόσο συγγενείς των είκοσι άρχισαν να επευφημούν τις ρητορείες του Προκόπη με κραυγές: «Ζήτω η Ελλάς!» και να βαράνε τις ροζιασμένες παλάμες τους.

Ο Προκόπης περιέγραψε τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό και μίλησε για μια δημοκρατική νέα τάξη, που θα βασιζόταν στη δικαιοσύνη και στην ισότητα όλων των εργαζομένων. Εξήγησε πως το Λια το διοικούσε τώρα ο ΕΛΑΣ, πως όλοι οι ικανοί άντρες του χωριού θ' ανήκαν στις εφεδρικές δυνάμεις του, πως ακόμη και οι χωροφύλακες που είχανε τοποθετηθεί από την προδοτική κυβέρνηση των συνεργατών του εχθρού είχαν περάσει στις γραμμές του να πολεμήσουνε για τη λευτεριά.

Ο Προκόπης κοίταξε εξεταστικά το πλήθος και είδε ακόμα την αμφιβολία να μην ξεκολλάει από πολλά πρόσωπα. «Όπως το ξέρετε, είμαι δάσκαλος», φώναξε, προκαλώντας τους. «Όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα 'μαι δημόσιος υπάλληλος με σίγουρο μισθό, μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει και με σύνταξη στα γεράματά μου. Δεν είμαι γανωτζής σαν κι εσάς, να τριγυρνάω από χωριό σε χωριό για μια μπουκιά ψωμί, να τρίβω χαλκώματα ώσπου να ματώσουν τα χέρια μου, να κοιμάμαι σε καλύβια και στους δρόμους. Όχι για μένα, μα για σας ριχνόμαστε όλοι σε τούτο τον αγώνα! Για να βάλετε παπούτσι στα πόδια σας, φαΐ στο στόμα των παιδιών σας! Πολεμάμε για ν' αλλάξουμε τη ζωή σας, να σας βγάλουμε από τη φτώχεια και την ταπείνωση, να σας κάνουμε ανθρώπους!».
Ακολούθησε μια στιγμή σιωπής, ύστερα χαλασμός από χειροκροτήματα. Ο Προκόπης μελέτησε τα πρόσωπα που τα γνώριζε τόσο καλά. Μερικά μάτια ήτανε υγρά. Έβλεπε πως τώρα όλοι ήτανε με το μέρος του. Είχε καταχτήσει με τα λόγια του το ίδιο του το χωριό, θ' ακολουθούσε κι η υπόλοιπη Ελλάδα.

Σήκωσε τα χέρια να γίνει σιωπή. «Σας ειδοποιώ!» τους αγριοκοίταξε με το βλέμμα που είχε για τους άτακτους μαθητές. «Δε θ' ανεχθούμε την αντίδραση! Το κίνημα είναι έτοιμο να λάβει μέτρα σκληρά ενάντια σε εκείνους που θα το προδώσουν! Θ' ακούσετε και γι' άλλους που λένε πως είναι μαχητές της αντίστασης, είναι όμως συνεργάτες του εχθρού και προδότες!».

Πίσω του, οι άντρες άρχισαν να βροντάνε τα πόδια και να κραυγάζουν: «Κάτω οι προδότες!». Αν και δεν ήξεραν πως αναφερόταν στον αντάρτικο στρατό του Ζέρβα, οι χωριανοί πιάσανε το σύνθημα, ζεσταμένοι από την κοινή λαχτάρα τους για τη λευτεριά κι από την απέχθειά τους για όσους τους είχαν αρπάξει κάθε πόρο ζωής, το φαΐ τους, τον αυτοσεβασμό τους. Ο Προκόπης τους άφησε να κραυγάσουν και να ποδοκροτήσουν, ωσότου ήταν πρόθυμοι να σκοτώσουν όποιον θα κατονόμαζε αυτός σαν προδότη. Ύστερα έγνεψε πάλι να σωπάσουν. «Τώρα που ο ΕΛΑΣ λευτέρωσε το Λαό, θα σας διοικεί μια επιτροπή από χωριανούς, και νομίζω ότι η τιμή να προεδρεύει σ' αυτήν αρμόζει να δοθεί στο συνάδελφό μου και δάσκαλό σας, το Μηνά Στράτη».

Κατέβηκε από την καρέκλα και σπρώχνοντας μέσα από το πλήθος αγκάλιασε τον Μηνά, που κουνούσε το κεφάλι του σαστισμένος καθώς βρέθηκε στα ξαφνικά στο κέντρο της γενικής προσοχής. Ο Μηνάς είχε σπεύσει στην πρόσκληση της κωδωνοκρουσίας με τέτοια βιάση, ώστε είχε ξεχάσει τη γραβάτα και την καδένα του, και τα μαλλιά του ξεπετάγονταν τούφες τούφες. Ψιθύρισε γοργά στον Προκόπη πως ήθελε να πάρει τα όπλα και να πολεμήσει, όχι να μείνει στο χωριό και να προεδρεύει σε μια επιτροπή, αλλά ο Προκόπης αγνόησε τις διαμαρτυρίες του. «Εδώ χρειάζεσαι», είπε τελεσίδικα. Αργότερα κατάλαβε ο Μηνάς πως ο Προκόπης το ήξερε ότι αναπόφευκτα ο πρόεδρος μιας επιτροπής που εκδικάζει όλες τις διενέξεις θα γινόταν ένα από τα πιο μισητά πρόσωπα του χωριού.

Η εμφάνιση των ανταρτών του ΕΛΑΣ και η κατάληψη του χωριού έδωσαν στους Λιώτες έναν νέο σκοπό και μια ελπίδα μέσα στις σκοτεινές ώρες της κατοχής. Χωριανοί που δεν μπορούσαν να διαβάσουν ή να γράψουν βρέθηκαν επιφορτισμένοι με σπουδαίες δουλειές: Να μαζεύουν τυρί για να πουληθεί, ώστε με τα χρήματα ν' αγοραστούνε όπλα στη μαύρη αγορά, να επιτάσσουν μουλάρια για τους αντάρτες, να ορίζουν φόρους στη σοδειά του κάθε αγρότη. Υπήρχαν επιτροπές για τη διοίκηση, για την ασφάλεια, για τη δικαιοσύνη, για τον εφοδιασμό και τη στρατολογία, και πολλοί που ποτέ δεν είχαν διανοηθεί να προσχωρήσουν στην αντίσταση κολακεύτηκαν όταν ορίστηκαν σ' αυτές υπεύθυνοι. Οι νεαροί οργανώθηκαν σε μια οργάνωση νέων για να βοηθάνε τους αντάρτες, ακόμη και τα παιδιά στρατολογήθηκαν στ' «Αετόπουλα» και μεταφέρανε μηνύματα από το να χωριό στο άλλο. Έτσι όπως το είχε τάξει ο Προκόπης, οι συνεργάτες του εχθρού και οι προδότες ξεκαθαρίστηκαν γοργά και αδυσώπητα...


«Προδότες» θεωρούνταν όσοι δεν συμπορεύονταν με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ειδικώς όσοι συστρατεύονταν ή ηγούνταν άλλων αντιστασιακών οργανώσεων. Χαρακτηριστική περίπτωση, αυτή του «αριστερόστροφου» συνταγματάρχη Στέφανου Σαράφη, ο οποίος μέχρι να «πειστεί» (μετά την διάλυση από τον ΕΛΑΣ της οργάνωσης ΕΣΑΠ την οποία συνδιοικούσε και την, επί έναν μήνα, αιχμαλωσία του) να γίνει στρατηγός του ΕΛΑΣ, καταγγέλονταν από το ΕΑΜ για την «καταχθόνια δράση» του ως «προδότης»...


Κι ενώ η Ελλάδα στην Κατοχή λιμοκτονούσε, ο ΕΛΑΣ, κι αργότερα ο ΔΣΕ, έπαιρνε και την τελευταία μπουκιά απ' το στόμα των πάμπτωχων και εξαθλιωμένων χωρικών, με το πρόσχημα της «συνεισφοράς» στον αγώνα, για να συντηρεί τους στρατιώτες του, πολλοί απ' τους οποίους είχαν στρατολογηθεί με την βία. Ο Γεώργιος Μανούκας, δάσκαλος και στέλεχος του ΚΚΕ, αναφέρει σχετικά («Το παιδομάζωμα»):

Στις 15 Ιανουαρίου του 1948 έγινε μεγάλη πολιτική και στρατιωτική σύσκεψις στην έδρα της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. Η σύσκεψις αυτή λόγω της συμμετοχής των ανωτέρων και ανωτάτων πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών, απέκτησε κάποια σοβαρότητα. Μπροστά της ετέθη ολόκληρο το πρόβλημα της «επαναστάσεως». Και κυρίως το πως θ' αντιμετωπισθή η προετοιμαζόμενη εαρινή, του 1948 εκστρατεία του «μοναρχοφασισμού». Παρουσιάσθησαν δυσκολίες, τόσο σε στρατιωτικά, όσο και σε πολιτικά ζητήματα. Ανάμεσα στις δυσκολίες αυτές, ήταν και η στάσις του πληθυσμού στις περιοχές όπου ήλεγχαν οι συμμορίτες. Ο πληθυσμός άρχισε να υποφέρη τόσο από έλλειψη τροφίμων, διότι τ' απορροφούσε ο «Δημοκρατικός Στρατός», όσο και από έλλειψιν ησυχίας. Ημέρα και νύχτα όλοι οι άνθρωποι ήσαν στην υπηρεσία των συμμοριτών. Αγγαρείες και βάσανα εκάλυπταν τον περισσότερο χρόνο! Δι' αυτό ήταν έκδηλη η διαρροή των κατοίκων προς τις πόλεις όπου εύρισκαν καταφύγιο. Υπεράνω δε όλων εκρέμετο ο φόβος τής επιστρατεύσεως, η οποία στην αρχή είχε χαρακτήρα «εθελοντικό» αλλά αργότερα πήρε τη μορφή αληθινής βίας και ανθρωποκυνηγητού, ασχέτως φύλου! [...]

 Από άλλα μέρη, από την Ήπειρο, έφθαναν και κυκλοφορούσαν φοβερές ειδήσεις. Όλη την Δυτική Μακεδονία, συνείχε ο φόβος των εκτελέσεων. Στην περιφέρεια Κονίτσης εκτελούσαν κατά ομάδες πολίτες, μητέρες γέροντες, παπάδες ως δήθεν «πράκτορες του μοναρχοφασισμού». Ο κόσμος έτρεμε, ακούοντας το όνομα «πράκτωρ». Αλλοίμονο σ' εκείνον που θα είχε την τύχη να του πέση τέτοιος χαρακτηρισμός. Και τέτοιους χαρακτηρισμούς ήταν εύκολα να κάμη και ο πιο άξεστος συμμορίτης και διά μόνο τον λόγον ότι κάποιος του αρνήθηκε να δώση το ζώο ή ένα κομμάτι ψωμί. [...]

Παρόμοια αναφορά για την αφαίμαξη των χωρικών, κάνει κι ο Γκατζογιάννης στο βιβλίο του («Ελένη»), γι' αυτή την τακτική, καθώς και στον τρόπο που έστηνε τα «δικαστήρια» ο ΕΛΑΣ:

Η Ελένη Γκατζογιάννη (σ.σ.: Η μητέρα του Νίκου Γκατζογιάννη) κίνησε για το βουνό συντροφιά με τη θεόφτωχη γειτόνισσα την Αναστασία Γιάκου και με την εικοσάχρονη θυγατέρα της, τη Σταυρούλα. Αν και η Σταυρούλα μεστώνοντας είχε γίνει μια από τις ψηλότερες και τις ομορφότερες κοπέλες του χωριού, το φευγιό του πατέρα της, που έμενε ακόμη στα μπορντέλα της Καλαμπάκας, κι η φτώχεια της φαμελιάς της λιγοστές ελπίδες της άφηναν πως θα 'βρισκε γαμπρό.

Ο Μήτσης Μπόλης και η γυναίκα του πρόφτασαν τις τρεις γυναίκες, κι όλοι τραβούσαν κατά την ίδιο μεριά. Ο Μήτσης παρατήρησε μ' ένα στεναγμό πως ήτανε κρίμα που η Δημητρούλα δεν έζησε όσο να δρέψει τους καρπούς της επανάστασης (σ.σ.: Η Δημητρούλα Μπότσαρη, πέθανε από τις κακουχίες και το κρύο, στην προσπάθειά της ν' αναθρέψει τα παιδιά της, φέρνοντας λίγο καλαμπόκι απ' την Αλβανία που αντάλλαξε με αλάτι). «Οι φτωχοί, σαν τους Μποτσαραίους, θα κερδίσουν πιο πολύ από τον αγώνα μας», γνωμάτισε.
«Σαν τι θα κερδίσουν;» σάρκασε η Αναστασία Γιάκου, που συμμεριζόταν τη γνώμη της Ελένης για τον Μήτση. «Εγώ πεινάω όπως πάντα! Τώρα μάλιστα πεινάω πιο πολύ! Μου πήρατε δυο ημερών γάλα της γίδας μας να φτιάξετε τυρί για τους αντάρτες, αλλά σε μένα και στα κορίτσια μου δεν έχετε δώσει μισό κουκί».

 «Όλοι πρέπει να κάνουμε θυσίες για να οικοδομήσουμε τη νέα τάξη!» αναφώνησε ο Μήτσης. «Σκέψου και κάτι πέρα από το στομάχι σου! Κοίτα πόσα καταφέραμε!». Απάγγειλε το κατεβατό των ληστών και των συνεργατών που είχαν εξοντώσει οι Ελασίτες και πρόσθεσε πως ο ΕΛΑΣ λευτέρωσε τους νέους της Μουργκάνας από τα κουσούρια τους -τη μέθη, τη χαρτοπαιξία, την πορνείο. Ο ΕΛΑΣ είχε κιόλας ντουφεκίσει μερικούς από τους δικούς του αντάρτες, επειδή ατιμάσανε γυναίκες. Συνεχώς ορμήνευαν τους αντάρτες πως για να οικοδομηθεί η νέα τάξη έπρεπε να μένουν αγνοί. Συνεπαρμένος από το θέμα, ο Μήτσης είπε. «Θυμάστε εκείνον τον συνεργάτη, τον Δημήτρη Κουλιούτα, που εκτελέστηκε στο Γιρομέρι. Για την ακρίβεια δεν ήτανε προδότης. Τον δικάσανε και τον καθαρίσανε επειδή απαύτωνε την ίδια την αδερφή του».

Τα πρόσωπα των γυναικών εκφράσανε τον αποτροπιασμό τους. Μόνον η Ελένη φαινόταν δύσπιστη. «Την ίδια την αδερφή του;» ρώτησε. «Πώς είναι δυνατόν άνθρωπος από τούτα τα βουνά να κάνει τέτοιο πράμα; Στη δίκη μαρτύρησε η αδελφή του;».
«Όχι, βέβαια!» είπε ο Μπόλης ανασηκώνοντας τους ώμους. «Αδερφός της ήταν στο κάτω κάτω, ασχέτως τι έκανε».

«Ομολόγησε εκείνος;» επέμενε η Ελένη.

«Κάτι πράματα που ρωτάς, μωρή!» γέλασε ο Μπόλης. «Ποιος θα ομολογούσε ποτέ τέτοιο έγκλημα; Όλοι όμως στο χωριό το ξέρανε. "Απαλλάξτε μας από αυτή τη βρωμιά", μας παρακαλούσανε. Τον δικάσανε ένας παπάς, ένας αξιωματικός κι ο δάσκαλος ο Δούπης. Θαρρείς πως τέτοιοι άνθρωποι μπορεί να λαθέψουνε;».

Η Σταυρούλα Γιάκου κατένεψε. «Αλήθεια θα 'ναι», είπε. «Αλλιώτικα οι αντάρτες δε θα τον σκότωναν».

Η μάνα της εντυπωσιάστηκε λιγότερο. «Να εύχεσαι να μη φτάσει και στο Λια τέτοιο δικαστήριο, Μήτση» γέλασε. «Αν η μοίρα σου κρεμότανε απ' όσα λένε για σένα όλοι στο χωριό, θα 'σουνα από πολύ καιρό κρεμασμένος!».

Τα έργα και οι ημέρες του ΕΑΜ ΕΛΑΣ στην επαρχία, 
εναντίον των Ελληνίδων που τολμούσαν να προβάλουν
 αντίσταση στους συμμορίτες

Συνεχίζεται με ...... Η δράση των κομμουνιστών που οδήγησε στο συμμοριτοπόλεμο ΙΙ

Πηγές:

Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Αντισυμμοριακόν Αγώνα – Το πρώτον έτος του Α/Σ Αγώνος 1946. Έτος Εκδόσεως 1971
Ελληνικός Στρατός κατά τον Αντισυμμοριακόν Αγώνα – Το δεύτερον έτος του Α/Σ Αγώνος 1947. Έτος Εκδόσεως 1980
Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Αντισυμμοριακόν Αγώνα – Η εκκαθάρισις της Ρούμελης και η πρώτη μάχη του Γράμμου. Έτος Εκδόσεως 1970
Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Αντισυμμοριακόν Αγώνα – Επιχειρήσεις του Γ” Σώματος Στρατού (1946-1949). Έτος Εκδόσεως 1976.
Η απελευθέρωσις της Ελλάδος και τα μετά ταύτην γεγονότα (Ιούλιος 1944 – Δεκέμβριος 1945). Έτος εκδόσεως 1973.
Τί πρέπει να ξέρει ο καθένας για τον Κομμουνισμό – ΓΕΣ 1950
Blog Πάρε - Δώσε

Alt3r 3go




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου