Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Αγαπάμε Μαρία Ρεπούση και Πέτρο Τατσόπουλο

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Ως φύση αισιόδοξος άνθρωπος, θέλω να βλέπω το καλό μέσα σε όλους. Αγαπώ τη Ρεπούση και τον Τατσόπουλο και μάλιστα πολύ. Ποιος άλλος θα μπορούσε να σπρώξει  τους Έλληνες να μάθουν για τον Κολοκοτρώνη, το χορό του Ζαλόγγου, τη γενοκτονία των Ποντίων, την καταστροφή της Σμύρνης και να τους δώσει κίνητρα να διαβάσουν για να μάθουν και να εκφράσουν χίλια επιχειρήματα για τη χρησιμότητα των Αρχαίων Ελληνικών; Ποιος άλλος θα μπορούσε να τους κάνει να ασχοληθούν με την Ελληνική Χριστιανική Ορθόδοξη πίστη, μετά το Μακαριστό Χριστόδουλο;

Έρημε Άδωνι Γεωργίαδη, αγαπημένε τηλε-βιβλιοπώλη, φρούδες οι ελπίδες σου ότι θα μάθεις τους Έλληνες να διαβάζουν και να αγαπούν τη γνώση. Απέλπιδες οι προσπάθειες σου να διδάξεις τη χρήση των Αρχαίων Ελληνικών. Ένας Τατσόπουλος και μία Ρεπούση, σε έσβησαν με μια τους φράση και ευθύς οι Έλληνες έτρεξαν σε βιβλιοπωλεία και ιντερνετ για να μάθουν αρχαία γνωμικά και ιστορία.


Δεν είμαστε καταπληκτικός λαός; Ως μαθητές αρνούμασταν με γαϊδουρινό πείσμα να μάθουμε αρχαία και λατινικά γιατί ήταν νεκρές γλώσσες και αποφεύγαμε επιμελώς να θυμηθούμε ότι τα μεν αρχαία είναι η βάση της νεώτερης Ελληνικής γλώσσας και χωρίς αυτή δεν θα υπήρχαμε ως λαός και τα δε λατινικά είναι η βάση όλων των λατινογενών γλωσσών όπως τα αγγλικά, τα ιταλικά κτλ κτλ.

Άρες μάρες κουκουνάρες. Μαρία Ρεπούση, έχεις καβαλήσει το καλάμι και το μόνο που προσδοκείς είναι δημοσιότητα και διαφήμιση…. Αν δεν το καταλάβατε μέσα σε δύο προτάσεις διαβάσατε δύο αρχαιο-ελληνικές εκφράσεις …..


«Άρες μάρες κουκουνάρες» Αρχαιοελληνική κατάρα. Στον ενικό η λέξη είναι Κατάρα Κατ-άρα Με την πάροδο των χρόνων για λόγους καθαρά εύηχους και μόνο προσετέθη και το «Μ». Δηλαδή: Κατ-άρα-μάρα. Και έτσι στη νεότερη ελληνική έγινε -αρα-μάρα, άρες μάρες, έβαλαν και την «κούφια» ομοιοκατάληκτη λέξη κουκουνάρες (κούφια δεν είναι τα κουκουνάρια;)και δημιουργήθηκε αυτή η καινούρια φράση! Την λέμε όταν θέλουμε να δηλώσουμε πως ακούσαμε κάτι χωρίς νόημα και χωρίς ουσία!

«Καβάλησε το καλάμι» Οι Σπαρτιάτες το έλεγαν για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Ο Αγησίλαος αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και όταν ήταν μικρά έπαιζε μαζί τους, καβαλώντας σαν σε άλογο, ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως τον είδε ένας φίλος του σε αυτή την στάση και ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Όμως εκείνος δεν κράτησε τον λόγο του και το είπε σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά σε όλους και να φθάσει στις μέρες μας, με αλλαγμένη την ερμηνεία του (το λέμε όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα).


Θα το επαναλάβω. Δεν είμαστε καταπληκτικός λαός; Όταν μας ρωτούσαν τι αντιπροσωπεύει η 28η Οκτωβρίου και η 25η Μαρτίου, εννέα στους δέκα δεν ήξεραν και σήμερα όλοι ανεξαιρέτως αναμασούν ως μηρυκαστικά τη φράση που εξέγειρε το Εθνικό τους φρόνημα και αναφέρεται στις αθλιότητες του Πέτρου Τατσόπουλου περί μνηστήρος του Κολοκοτρώνη και άλλα φαιδρά, αντάξια του μεγάλου συγγραφέα και διανοητή.

Δεν μπορώ παρά να κλείσω αυτό το δημοσίευμα και γενικά τα στόματα των ασεβών, προς την Ελληνική γλώσσα και ιστορία, με τις τελευταίες φράσεις του Κολοκοτρώνη στο λόγο του στη Πνύκα, που αποτελεί τη πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην Αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

«….Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!»


Υ.Γ Βέβαια ο Κολοκοτρώνης ξέχασε να πάρει την έγκριση του Νίκου Μιχαλολιάκου που τις προάλλες ανέκραζε σε συγκέντρωση της Χρυσής Αυγής στις Θερμοπύλες, ότι στη σημερινή κατάσταση, μας έφεραν οι μορφωμένοι και οι πτυχιούχοι. 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου